PERIPHERAL GIANT CELL GRANULOMA OF THE MAXILLA: PRESENTATION AND
SURGICAL MANAGEMENT
Authors: Tsekoura K., Kolotouros G., Maniati D., Stathopoulos P., Mourouzis C.
Συγγραφείς:
Τσεκούρα Κ., Κολοτούρος Γ., Μανιάτη Δ., Σταθόπουλος Π., Μουρούζης Κ.
Doi: 10.54936/haoms263034
Εισαγωγή: Το περιφερικό γιγαντοκυτταρικό κοκκίωμα είναι η πιο συχνή από τις
γιγαντοκυτταρικές βλάβες. Πρόκειται για βλάβη αντιδραστικής φύσεως και αποτελεί το
περιφερικό ανάλογο του κεντρικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος. Εμφανίζεται
συχνότερα κατά την 5 η -6 η δεκαετία της ζωής, με μεγαλύτερη συχνότητα στο γυναικείο φύλο
(50%-60%). Η κλινική του εικόνα συνήθως αφορά μια μάζα ανώδυνη, κυανέρυθρου
χρώματος, λείας επιφάνειας, με ευρεία ή μισχωτή βάση. Εντοπίζεται συχνότερα στην κάτω
γνάθο, στην περιοχή γομφίων-προγομφίων, ενώ στην άνω γνάθο στην περιοχή των
προσθίων δοντιών. Η πρόγνωση του είναι καλή, με το ποσοστό υποτροπής να ανέρχεται
στο 10%. Η θεραπεία εκλογής είναι η χειρουργική του αφαίρεση, με την άρση των
υπεύθυνων αιτιολογικών παραγόντων να προηγούνται.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση ενός ευμεγέθους
περιφερικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος στην άνω γνάθο (διαμέτρου 5,5cm) σε νωδή
ηλικιωμένη ασθενή.
Παρουσίαση περιστατικού : Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται η περίπτωση
περιφερικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος σε θήλυ ασθενή, ηλικίας 75 ετών, η οποία
προσήλθε λόγω δυσκολίας στην σίτιση και την ομιλία από έτους. Κατά την κλινική εξέταση
διαπιστώθηκε η παρουσία όγκου ευρείας βάσεως, διαμέτρου 5.5cm, κυανέρυθρης χροιάς
και ελαστικής σύστασης, που εντοπιζόταν στην περιοχή του βλεννογόνου της νωδής
φατνιακής απόφυσης της πρόσθιας περιοχής της άνω γνάθου. Η ασθενής προσκόμιζε
αποτέλεσμα ιστολογικής εξέτασης η οποία είχε διενεργηθεί αλλαχού, με την διάγνωση του
γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος. Από τον απεικονιστικό έλεγχο αναδείχτηκε κυπελλοειδής
οστική απορρόφηση, με επέκταση στο έδαφος της ρινικής κοιλότητας. Έτσι, με τη διάγνωση
του περιφερικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος, η ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο
προς αφαίρεση του.
Συμπεράσματα : Παρά το γεγονός ότι τα περιφερικά γιγαντοκυτταρικά κοκκιώματα
συνήθως αφορούν όγκους διαστάσεων έως 2cm, μπορούν να αναπτυχθούν σε
μεγαλύτερες διαστάσεις, επηρεάζοντας τη λειτουργικότητα του στοματογναθικού
συστήματος, και αυξάνοντας την πιθανότητα μετεγχειρητικών επιπλοκών, ιδιαίτερα σε
ηλικιωμένους ασθενείς με επηρεασμένο μηχανισμό επούλωσης.
SURGICAL MANAGEMENT
Authors: Tsekoura K., Kolotouros G., Maniati D., Stathopoulos P., Mourouzis C.
Συγγραφείς:
Τσεκούρα Κ., Κολοτούρος Γ., Μανιάτη Δ., Σταθόπουλος Π., Μουρούζης Κ.
Doi: 10.54936/haoms263034
Εισαγωγή: Το περιφερικό γιγαντοκυτταρικό κοκκίωμα είναι η πιο συχνή από τις
γιγαντοκυτταρικές βλάβες. Πρόκειται για βλάβη αντιδραστικής φύσεως και αποτελεί το
περιφερικό ανάλογο του κεντρικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος. Εμφανίζεται
συχνότερα κατά την 5 η -6 η δεκαετία της ζωής, με μεγαλύτερη συχνότητα στο γυναικείο φύλο
(50%-60%). Η κλινική του εικόνα συνήθως αφορά μια μάζα ανώδυνη, κυανέρυθρου
χρώματος, λείας επιφάνειας, με ευρεία ή μισχωτή βάση. Εντοπίζεται συχνότερα στην κάτω
γνάθο, στην περιοχή γομφίων-προγομφίων, ενώ στην άνω γνάθο στην περιοχή των
προσθίων δοντιών. Η πρόγνωση του είναι καλή, με το ποσοστό υποτροπής να ανέρχεται
στο 10%. Η θεραπεία εκλογής είναι η χειρουργική του αφαίρεση, με την άρση των
υπεύθυνων αιτιολογικών παραγόντων να προηγούνται.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση ενός ευμεγέθους
περιφερικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος στην άνω γνάθο (διαμέτρου 5,5cm) σε νωδή
ηλικιωμένη ασθενή.
Παρουσίαση περιστατικού : Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται η περίπτωση
περιφερικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος σε θήλυ ασθενή, ηλικίας 75 ετών, η οποία
προσήλθε λόγω δυσκολίας στην σίτιση και την ομιλία από έτους. Κατά την κλινική εξέταση
διαπιστώθηκε η παρουσία όγκου ευρείας βάσεως, διαμέτρου 5.5cm, κυανέρυθρης χροιάς
και ελαστικής σύστασης, που εντοπιζόταν στην περιοχή του βλεννογόνου της νωδής
φατνιακής απόφυσης της πρόσθιας περιοχής της άνω γνάθου. Η ασθενής προσκόμιζε
αποτέλεσμα ιστολογικής εξέτασης η οποία είχε διενεργηθεί αλλαχού, με την διάγνωση του
γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος. Από τον απεικονιστικό έλεγχο αναδείχτηκε κυπελλοειδής
οστική απορρόφηση, με επέκταση στο έδαφος της ρινικής κοιλότητας. Έτσι, με τη διάγνωση
του περιφερικού γιγαντοκυτταρικού κοκκιώματος, η ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο
προς αφαίρεση του.
Συμπεράσματα : Παρά το γεγονός ότι τα περιφερικά γιγαντοκυτταρικά κοκκιώματα
συνήθως αφορούν όγκους διαστάσεων έως 2cm, μπορούν να αναπτυχθούν σε
μεγαλύτερες διαστάσεις, επηρεάζοντας τη λειτουργικότητα του στοματογναθικού
συστήματος, και αυξάνοντας την πιθανότητα μετεγχειρητικών επιπλοκών, ιδιαίτερα σε
ηλικιωμένους ασθενείς με επηρεασμένο μηχανισμό επούλωσης.